Αινίγματα

Στην Κρήτη τις μεγάλες χειμωνιάτικες βεγγέρες ιδίως τα παλιά χρόνια τα καθαρογλωσσίδια και τα αινίγματα δίδανε και παίρνανε στην ψυχαγωγία των κουρασμένων από τις αγροτικές δουλειές της μέρας. Οι γεωργοί , οι αμπελουργοί, οι λιομαζώχτρες μαζί με τους γερόντηδες και τα παιδόγγονα τους μαζευόταν καθ’ αργά σε κάποιο συγγενικό σπίτι και μαζί με το ωφέλιμο που κεντούσαν , έγνεθαν, ή έραβαν φορέματα είχαν και το τερπνό, ακόνιζαν το κουρασμένο μυαλό τους με αινίγματα και γιόμιζε ο οντάς του σπαθιού με γέλια και χάχανα από τα μπερδέματα της γλώσσας στα καθαρογλωσσίδια.

Όμορφες στιγμές, όμορφες ώρες, όμορφες μέρες, όμορφα χρόνια , μα που δυστυχώς με τα σημερινά μοντέρνα τηλεοπτικά μέσα έχουν σχεδόν εξαφανισθεί από τα περισσότερα χωριά της όμορφης Κρήτης μας.

 

-Ανάμεσα σε δυο βουνά περδικούλα κελαηδεί.(Το τελάρο).

 -Κοπελιές είναι κι οι δυο και γεννά η μια την άλλη.(Η μέρα και η νύχτα).

 -Βασιλιάς δεν είμαι κορώνα φορώ, ρολόι δεν έχω τις ώρες μετρώ. (Ο κόκορας).

 -Άγγελος καλός προφήτης με την κοκαλένια μύτη. (Ο κόκορας).

 -Γύρου, γύρου ανεγυρίζει στο γωνιό πάει και καθίζει.(Η σκούπα).

 -Ποιο πράμα βάζουμε καμιά βολά στο τραπέζι και λέμε «κόψε» αλλά δε τρώγεται και που κάνει τον άνθρωπο μια πλούσιο και μια φτωχό.(Η τράπουλα στο χαρτοπαίγνιο).

 -Κλουθά τ’ ανθρώπου όπου κι αν πάει κι όμως πράμα δεν τρώει.(Η σκιά μας.)

 -Ποιο είναι το άσπαρτο τ’ αφύτευτο του κόσμου το βοτάνι. (Το αλάτι).

 -Σε γλάστρα δεν φυτεύεται σε περιβόλι όχι ο βασιλιάς το γεύεται κι όλος ο κόσμος το χει.(Το αλάτι).

 -Κλειδώνω , μανταλώνω κι ο κλέφτης μπαίνει μέσα.(Ο ήλιος).

 -360 γερανοί, 30 περιστέρια, σε 12 φωλιές γενούν κι 1 αυγό κλώσουνε.(Οι μέρες , οι μήνες , ο χρόνος).

 -Είμαστε δυο αδερφές κι από τον κύρη μας αγαπητές, η μια ποθαίνει κι η άλλη ζει, αν κι αυτή ποθάνει ο κόσμος θα χαθεί. (Η μέρα και η νύχτα).

 -Άμα τη δέσω προπατεί και σαν τη λύσω στέκει. (Η ανέμη με την κλωστή).

 -Μέσα στα σπίτια κάθομαι, τέσσερα πόδια έχω, όλους εγώ σας σε βαστώ κι ανάπαψη σας σε παρέχω.(Η καρέκλα).

 Όλο τον κόσμο εγώ λαμπρίνω και μια στιγμή να κοιμηθώ μες στα σκοτάδια τον αφήνω.(Ο ήλιος).

 -Ίσο, ίσο σαν κερί κι η φωνή ντου δυνατή.(Το τουφέκι).

 -Ανεβαίνει στριφτουλίζει, κατεβαίνει στριφτουλίζει μουδέ τρώει, μουδέ πίνει κι όμως την κοιλιά γιομίζει. (Το αδράχτι στη ρόκα).

 -Όλη μέρα μπούκα, μπούκα κι όλη νύχτα χάσκα, χάσκα .(Το παπούτσι).

 -Είμαι το γρηγορότερο πράμα στον κόσμο.(Ο νους).

 Ο μπάρμπας μου ο Μιχελής σαράντα δυο βρακιά φορεί και το πιο παλιό απόξω.(Το κρεμμύδι).

 -Από χώμα πλάστηκα σαν τον Αδάμ, στο καμίνι εψίθηκα σαν τση τρεις παίδες, με τα σπλάχνα μου πολλούς εδρόσισα , κι εδά στα θανατά μου κανείς δεν έθαψε τα κόκαλά μου.(Η στάμνα).

 -Μια βαρκούλα φορτωμένη στη σπηλιά πάει και μπαίνει.(Το κουτάλι με το φαγητό).

 -Από μπρος μου ντίλι, ντίλι κι από πίσω κρεμαντίλι, και βουτώ τη κι είν’ ογρή και τη σέρνω συρωτή.(Ο κουβάς στο πηγάδι με το σχοινί).

 -Του παππού μου κρέμεται και τση γιαγιάς μου χάσκει.(Ο κουβάς και το πηγάδι).

 -Χιλιοτρύπητο λαϊνη που σταλιά νερό δεν χύνει.(Το σφουγγάρι).

 -Χιλιόριζα χιλιότρουλα, χίλια να πεις δε βρίχνεις.(Βούρλα είδος φυτού).

 Χίλιοι μίλοι καλογέροι σ’ ένα ράσο τυλιγμένοι.(Το ρόδι).

 -Από πίσω μου μακραίνει κι από μπρος μου, μου κονταίνει.(Ο δρόμος).

 -Τέσσερις στέκονται, δύο γρικούνε, ένας σκάφτει κι ένας θυμιατίζει. (Το γουρουνάκι).

 Ούλο τον κόσμο ντύνω κι εγώ μαι όλο γδυμνή.(Η βελόνα).

 -Μικρή είναι η νοικοκυρά μα κάνει πίτα τόση.(Η μέλισσα).


[ΠΙΣΩ] 

Comments