Κρητικό Λεξιλόγιο Β

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

βαβαλίζω

 

περιποιούμαι, φροντίζω

 

βαβούλι

 

εξουσιάζω κάποιον απόλυτα πχ. (έχω κάποιον στο βαβούλι μου)

 

βαγίζω

 

φροντίζω ιδιαίτερα κάποιον

 

βάγκα

 

χαντάκι, μεγάλο αυλάκι

 

βάλια

 

τα βάσανα

 

βαλίδικος

 

εύφορος , γόνιμος , καρποφόρος

 

βαρδαλές

 

μέρος αδιαπέραστο, φράγμα αδιάβατο

 

βαρέ

 

βαριά (σαν επίρρημα) π.χ. το πήρε πολλά βαρέ

 

βαρεμένη

 

η έγκυος

 

βαρθακός ή αβορθακός

 

βάτραχος

 

βαρμένος

 

υοποθετημένος, ταχτοποιημένος

 

βαρμός

 

το μπάσιμο, η είσοδος

 

βαροκαμπανίζω

 

είμαι βαρύς στο ζύγισμα

 

βαροκάρδιστη

 

κακή ψυχική διάθεση, στεναχώρια

 

βαρώ

 

πληγώνω, χτυπάω

 

βαστώ

 

προέρχομαι, κατάγομαι

 

βατσιναμάτης

 

αυτός που έχει στη μούρη του μαύρα στίγματα σαν τα βάτσινα (βατόμουρα)

 

βγαίνω

 

ανεβαίνω (εβγήκα στο δώμα), μου αξίζει (του βγαίνει να τονε δείρουνε), μου ανήκει , μου αναλογεί (μια γυναίκα μου βγαίνει και μένα)

 

βγανιά

 

συκοφαντία, προσβολή

 

βγαρτίζω

 

προχωρώ στην εργασία μου

 

βγοράδα

 

ορατότητα, θέα

 

βγορίζει

 

υπάρχει ορατότητα

 

βεζινές

 

η ζυγαριά

 

βένα

 

η ίνα

 

βεντέμα

 

μεγάλη παραγωγή (συνήθως για ελιές)

 

βερβερίζω

 

μιλώ συνέχεια, φλυαρώ, ψελλίζω

 

βέργα

 

κατσούνα, μπαστούνι

 

βερεσετζής

 

αυτός που αγοράζει με πίστωση

 

βίγλα

 

σκοπιά, παρατηρητήριο

 

βιγλάτορας

 

αυτός που επιτηρεί, που κοιτάζει εποπτικά από ψηλά

 

βιλλάνος

 

άξεστος, απολίτιστος, χωριάτης

 

βιόλα

 

χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κόκκινα λουλούδια (παπαρούνα - γαρύφαλλο)

 

βλαντούσα

 

η κατσαρίδα

 

βλεπές

 

ο αγροφύλακας

 

βλόγα

 

η τελετή του γάμου

 

βοργίζει

 

το κτυπάει ο βοριάς

 

βορισματέ

 

το χτύπημα, το τραύμα, η πληγή

 

βούβα

 

κοίλωμα, λάκος

 

βουλώ

 

βουλιάζω, βυθίζομαι

 

βούπα

 

η γόπα (το ψάρι)

 

βούργια

 

μικρό βουργιάλι

 

βουργιάλι

 

υφαντή τσάντα (ταγάρι) που έβαζαν το φαγητό της ημέρας οι βοσκοί και οι αγρότες

 

βραστάρι

 

θερμό αφέψημα

 

βρούχος

 

θόρυβος, το μουγκρητό

 

βρυσάλι

 

μικρή βρύση

 

βωλοσέρνω

 

κουβαλώ κάτι σέρνοντάς το

 

Comments