Κρητικό Λεξιλόγιο Χ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

χάβδαλο

 

το τελείως ξερό σέλινο

 

χαβεσιλίκι

 

πόθος επιθυμία , πάθος

 

χαβρίζω

 

φωνάζω πολύ δυνατά

 

χάζι

 

διασκέδαση (από θέαμα ή πράξη)

 

χαϊλάλης

 

ανισσόροπος , φαντασιόπληκτος

 

χαιτζώνω

 

προβάλλω αντίσταση , αγριεύω

 

χάκι (το)

 

το μερίδιο κάποιου

 

χαλακατέβας

 

αδέξιος , ανεπιτείδιος

 

χαλαλίζω

 

χαρίζω, δωρίζω

 

χαλασές (ο)

 

τόπος με χαλάσματα

 

χαλέπα

 

περιοχή με πετρώδες και ίσιο έδαφος

 

χαλίσικος

 

γνήσιος , άδολος , ανόθευτος

 

χάμαι

 

κάτω, καταγής

 

χαμπέρι

 

η είδηση

 

χαντώ

 

νομίζω , πιστεύω

 

χαραέτι

 

μεγάλη δίψα

 

χαράκι

 

μεγάλη πέτρα, ριζωμένος βράχος

 

χαροκοπώ

 

γλεντώ διακεδάζω

 

χαρχαλεύω

 

ανακατώνω διάφορα πράγματα

 

χειμαδιό

 

περιοχή με ήπιο κλίμα που πάνε τα ζώα οι βοσκοί για να απαοφύγουν το χειμώνα

 

χουμά κουτάλι

 

άνω - κάτω

 

χούμελι

 

γλυκό υγρό που έβγαινει από το βράσιμο της κερήθρας

 

χουρχούδα

 

μαγκούρα , ρόπαλο

 

χοχλιομπάντουρο

 

το όστρακο του σαλιγκαριού

 

χοχλίος ή κοχλίος

 

σαλιγκάρι

 

χτικιάζω

 

αρρωσταίνω από φυματίωση

 

χτικιό

 

η φυματίωση

 

Comments