Κρητικό Λεξιλόγιο Κ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

καβρός

 

ο κάβουρας

 

κακοβολιά

 

ανώμαλος δρόμος

 

καματερό

 

καλλιεργημένος αγρός, πεδιάδα

 

καμνιώ

 

κλείνω τα μάτια

 

Καντής

 

ο δικαστής επί Τουρκοκρατίας

 

καταδιά

 

η αποκατάσταση, η τακτοποίηση

 

κατάσαργα

 

επί της σάρκας

 

κατέ(χ)ω

 

ξέρω, γνωρίζω

 

κάτης

 

ο γάτος

 

κατούνα

 

σπίτι βοσκού στο βουνό (λέγεται και κονάκι)

 

κατσούλα

 

η γάτα

 

καψάλι

 

(γίνομαι καψάλι) καίγομαι

 

κεράς η ζώνη

 

ουράνιο τόξο

 

κλησίδι

 

μικρό εκκλησάκι

 

κοκλιομπάντουρο

 

το όστρακο του σαλιγκαριού

 

κολάι

 

το κουμάντο, ο λογαριασμός

 

κονάκι

 

σπίτι βοσκού στο βουνό (λέγεται και κατούνα)

 

κοντό

 

άραγε, μήπως

 

κοντό κοντό

 

περίπου

 

κόπιασε

 

πρόσκληση στο σπίτι

 

κουζουλάδα

 

τρέλλα, χαζομάρα

 

κουλαντρίζω

 

καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα

 

κούμος

 

μικρό κτίσμα στο βουνο που χρησιμοποιεί ο βοσκός για να βάλει 1-2 ζώα

 

κουρνιάζω

 

ρουβάζω, χώνομαι στην αγκαλιά, ραφώνει στη

 

αγκαλιά,

 

προστατεύεται σε υπήνεμο έρος

 

κουφοβράζω

 

επιθυμώ, έχω έντονο πόθο που δεν εξωτερικεύεται

 

κοχλιός ή χοχλιός

 

σαλιγκάρι

 

κρημνός

 

ο γκρεμός

 

κριγιός

 

το κριάρι

 

κρυγιό

 

κρύο, δροσερό

 

κρυγιότι

 

το κρύο, κρύος καιρός (κάνει κρύο)

 

Comments