Κρητικό Λεξιλόγιο Μ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

μαγαρίζω

 

αλλοιώνω, καταστρέφω

 

μαϊνάρω

 

ησυχάζω, κοπάζω, γαληνεύω

 

μαλέ

 

καυγάς, φιλονικία

 

μαρακλής

 

αυτός που έχει μεράκι(α) - αυτός που γλεντάει χωρίς να παρεκτρέπεται

 

μαργώνω

 

ξεπαγιάζω, κρυώνω

 

μερακλίκι

 

το μεράκι η αγάπη για αυτό που κάνω

 

μισεμός

 

η αναχώρηση

 

μιτάτο

 

κτίσμα στο οποίο γίνονται τυροκομικές εργασίες

 

μονοπαντώ

 

συγκεντρώνω σε ένα μέρος

 

μουζούρι

 

παλιά Κρητική μονάδα μέτρησης (1 μουζούρι ήταν περίπου 5 οκάδες)

 

μπάντα

 

πλευρά, περιοχή

 

μπαντούρα

 

καπάκι όστρακου

 

μπαξές

 

περιβόλι, κήπος

 

μπεγεντίζω

 

συμπαθώ, θαυμάζω

 

μπελί είναι

 

είναι φανερό

 

μπεσαλίδικος

 

ο ντόμπρος, ο ευθύς, ο σταθερός

 

μπέτης ή πέτης

 

το στήθος

 

μπουνταλάς

 

βλάκας, χαζός

 

Comments