Κρητικό Λεξιλόγιο Ο

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ο(υ)λιά

 

στιγμή, μικρό κομμάτι

 

οζό

 

ζώο, χρησιμοποείται κυρίως για να ορίσει το πρόβατο

 

οματέ

 

φαγητό, από εντόσθια χοιρινά, γεμιστά με ρύζι και μυρωδικά

 

ονόμης σου

 

για χάρη σου

 

όξω

 

έξω, εκτός

 

ορδινιά

 

η τάξη, η ετοιμασία

 

ορδινιάζω

 

σχεδιάζω, μελετώ

 

όρθα

 

η κότα

 

ορνικός

 

ήσυχος, ανενόχλητος

 

οψάργας

 

εχθές το βράδυ

 

οψές εχθές

 

εχθές

 

οψές ταχιά

 

εχθές το πρωί

 

Comments