Κρητικό Λεξιλόγιο Ω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Κρητική λέξη
Σημαίνει
ωζά  : τα ζώα
ώριος  : ωραίος
ώστε, ώστο  : ώσπου
ώφου(ν)  : επιφώνημα λύπης
ωριωμένος  : ωραιωμένος
ώρα  : κατά την ώρα, πάνω στην ώρα, χωρίς καθυστέρηση
Comments