Κρητικό Λεξιλόγιο Π

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

παιχνιδαμάτης

 

αυτός που κάνει παιχνίδια με τα μάτια του

 

παντίδει

 

(δεν παντίδει) δεν έρχεται, δεν είναι εύκολο

 

παντονιέρω ή παντονιάρω

 

εγκαταλείπω, αφήνω

 

παραμερώ

 

βάζω παράμερα, παραμερίζω

 

παράουρος

 

παλαβός, τρελός

 

παρασθιά

 

το τζάκι

 

παραστρατίζω

 

αλλάζω δρόμο

 

περαματίζω

 

όρος της υφαντικής

 

πλαντοξόκαιρος

 

ξαφνική κακοκαιρία στην οποία κινδυνεύει ο άνθρωπος ακόμα και να πνιγεί (πλαντάξει)

 

ποβγάνω

 

βγάζω έξω, ξεπροβοδίζω

 

πογέρνει

 

βασιλεύει, φεύγει ο ήλιο

 

πορευτής

 

αυτός που περνάει περαστικός

 

πορίζω

 

περνάω, βγαίνω έξω, φεύγω

 

πορίζω

 

βγαίνω έξω

 

ποσάζω

 

περιποιούμαι, στολίζω

 

πρεπιά

 

αξιοπρέπεια, ομορφιά

 

πρεπίζω

 

ταιριάζω, το φέρνω στα μέτρα μου

 

πριχού

 

πριν, προτού

 

προβατάρης

 

βοσκός σε πρόβατα

 

Comments