Κρητικό Λεξιλόγιο Φ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

φαδέ

 

πίστη, εμπιστοσύνη

 

φαητσούλι

 

μικρή ποσότητα φαγητού

 

φαλαγγάρης

 

αυτός που ζεί σε φαράγγι

 

φαλαγγώνω

 

εγκλωβίζω , συσφίγγω, μαγκώνω

 

φάλκος

 

είδος γερακιού

 

φαμεγιεύω

 

είμαι δούλος , εργάζομαι ως υπηρέτης

 

φαμέγιος

 

δούλος υπηρέτης

 

φαμελικώς

 

με όλη τη φαμέλια , ολόκληρη η οικογένοια

 

φαμεργιούρι

 

ο υπηρέτης

 

φανερίζει

 

αρχίζει να ξημερώνει

 

φανιστρέλα

 

μεγάλη πληγή , τράυμα εκτεταγμένο

 

φαρδαλός

 

πολύχρωμος , φανταχτερός

 

φαρμακίτης

 

μανιτάρι που δηλητηριάζει

 

φασίδι

 

το υφαινόμενο στον αργαλειό , το υφαντό

 

φεγγιά

 

τα μάτια

 

φέγγος

 

λάμψη, φωτισμός

 

φελλοκάλικο

 

παντόφλα, τσόκαρο

 

φελώ

 

έχω αξία , είμαι άξιος

 

φεργάδα

 

ιστιοφόρο πλοίο

 

φέτσα

 

αποξηραμένο κατακάθι υγρού (λαδιού κρασιού)

 

φηλίαση

 

κλείδωση , άρθρωση , αρμός οστών

 

φιακάς

 

πικρός, φθονερός

 

φιακώνω

 

δηλητηριάζω , πικραίνω

 

φιλαδόρος

 

πέτρινο λουρί για ακόνισμα ξυραφιών

 

φιλιότσα(-ος)

 

το βαπτιστίρι

 

φιοφιορίζω

 

στολίζω , πλουμίζω

 

φιραούνης

 

αλαζόνας , υπερόπτης , δυνάστης , σατράπης

 

φλέγα

 

φλέβα του σώματος

 

φλουμίζω

 

θηλάζω , βυζαίνω

 

φουντάνα

 

μεγάλη φλόγα

 

φούντι

 

το καπάκι του βαρελιού

 

φταξούσιος

 

ο κύριος του εαυτού του

 

φυρώ

 

φυραίνω , λιγοστεύω σε όγκο ή βάρος

 

φυσκιγιά

 

η αφθονία

 

φωλεύγω

 

κάνω φωλιά

 

Comments