Κρητικό Λεξιλόγιο Ψ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ψακωντέ

 

η γεύση του πικρού , η πικράδα

 

ψαλάσσω

 

τσιμπολογώ

 

ψαλιμουδίζω

 

σιγομουρμουρίζω

 

ψαργάδινος

 

χθεσινοβράδυνος

 

ψαρογάροι

 

σαρδέλες παστές

 

ψεγαδιάστρα

 

η κουτσομπόλα γυναίκα

 

ψέγος

 

ψεγάδι , ελλάτωμα , ατέλεια

 

ψεσινός

 

χθεσινός

 

ψήμα

 

ψήσιμο

 

ψίκι

 

ακολουθία , πομπή

 

ψιμάρνι

 

όψιμο αρνί

 

ψιμοκαίρι

 

παράταση του καλοκαιριού, εποχή που είναι έντονη η ανάγκη της βροχής

 

ψιμύθια

 

στολίδια σε κέντημα ή υφαντό

 

ψιχαλίδα

 

ψιλή βροχή , ψιχάλα

 

ψομματάρης

 

μεγάλος ψεύτης

 

ψυχνιάζει

 

αρχίζει να πέφτει κρύο

 

Comments