Κρητικό Λεξιλόγιο Ρ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ραβδέ

 

χτύπημα με ραβδί , ραβδισμός , ξυλιά

 

ραέτι

 

καλό φαγητό, εξαίρετο γεύμα

 

ραϊσματέ

 

το ράγισμα, το ρήγμα , η ραγισματιά

 

ράκαδο

 

κουρελιάρικο ρούχο , κουρέλι

 

ραμεκλής

 

συγχωρεμένος (κάποιος που έχει πεθάνει)

 

ράνης

 

αυτός που συχνοκλαίει

 

ρανίζω

 

κλαίω ασταμάτητα

 

ραντάρα

 

ψεκαστήρας , συσκευή για ψέκασμα

 

ρασέ ή ρασιά

 

ύφασμα απο συμπιεσμένο μαλλί

 

ρασιά ή ρασέ

 

ύφασμα απο συμπιεσμένο μαλλί

 

ράσσω

 

σπεύδω για βοήθεια , προθυμοποιούμαι

 

ραφώνω

 

κουρνιάζω, χώνομαι

 

ρεγάλο

 

το δώρο

 

ρεγογιάρω

 

τακτοποιώ, διευθετώ

 

ρέγομαι

 

επιθυμώ πολύ

 

ρεζακλιά

 

το ροζακί σταφύλι

 

ρεζαλέτι

 

ρεζίλεμα, συμφορά

 

ρεματικά

 

οι ρευματισμοί

 

ρεμεδιάρω

 

γιατρεύω , θεραπεύω , αποκαθιστώ

 

ρεμέδιο

 

το φάρμακο

 

ρέμπομαι

 

κυριαρχώ , εκμεταλλεύομαι

 

ρεσπέρης

 

ο γεωργός , ο αγρότης

 

ρεστιβώνω ή ριστιβώνω

 

συνωθώ, συμπιέζω , στριμώχνω

 

ρέτζακας

 

ο γκρεμός , χαράδρα , απότομο ρυάκι

 

ρετζεβούτα

 

εντολή , διαταγή (συνήθως δυσάρεστη)

 

ρεχένι

 

εγγύηση , ενέχειρο

 

ριγοσίρω

 

αναπτύσσομαι, ευδοκιμώ

 

ριζά

 

οι πρόποδες υψώματος

 

ριζακάρει

 

υπάρχει κίνδυνος

 

ριζακάρης

 

ο τυχερός

 

ριζιμιό

 

ριζωμένο (π.χ. ριζιμιό χαράκι - ριζωμένος βράχος)

 

ριζίτης

 

αυτός που κατοικεί στσι ρίζες του βουνού

 

ριζοσκέλωση

 

η ανάπτυξη των ριζών

 

ρίζωμα

 

ανήφορος, ανηφοριά

 

ριστιβώνω ή ρεστιβώνω

 

συνωθώ, συμπιέζω , στριμώχνω

 

ριτζας

 

χάρη, παράκληση

 

ριτζατζής

 

μεσίτης, μεσολαβητής

 

ρόβι

 

όσπριο που η χρησιμοποιούταν για τροφή σε βόδια

 

ροδάρης

 

βοσκός αιγοπροβάτων

 

ροδέ

 

ροδαριά, τριανταφυλιά

 

ροζοναμέντο

 

συνομιλία, συζήτηση , κουβέντα

 

ροζονάρω

 

κουβεντιάζω, συζητώ

 

ροσπού

 

η πόρνη

 

ροσφαϊλίκι

 

ντροπή, ζημιά, δυσφήμιση

 

ρουβάζω

 

χώνομαι στην αγκαλιά

 

ρουβάρω ή ρουβέρνω

 

κλέβω, αρπάζω

 

ρουβάς

 

ο κλέφτης

 

ρουβαχταρέ

 

μικρή δόση λίγη ποσότητα

 

ρουβέρνω ή ρουβάρω

 

κλέβω, αρπάζω

 

ρούγα

 

δρόμος, σοκάκι

 

ρούγα

 

η γειτονιά

 

ρούκανης

 

ο σκελετώδης, ο αποσκελετωμένος

 

ρούμα

 

ρυάκι, κοίτη χειμμάρου, μικρός χείμμαρος

 

ρουφώνω

 

τρυπώνω, κρύβομαι σε τρύπα

 

Comments