Κρητικό Λεξιλόγιο Σ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

σάμε ή ίσαμε

 

μέχρι

 

σεβντάς

 

ερωτικός καϋμός

 

σεϊρι

 

η θέα

 

σειρώνω

 

σουρώνω υγρά

 

σκιανός

 

ο ίσκιος

 

σουρεύω

 

συκοφαντώ, κατηγορώ

 

σουχλικό

 

κατηγορία, συκοφαντία

 

σπερνό

 

ο εσπερινός, η παραμονή

 

στανικώς

 

κάνω κάτι χωρίς τη θέλησή μου

 

συζευτής

 

ο συνέταιρος

 

σύντεκνος

 

ο κουμπάρος που έχει βαφτίσει παιδί

 

συντηρώ

 

κοιτάζω με προσοχή

 

συργουλεύω

 

καλοπιάνω, κολακεύω

 

σφακολούλουδο

 

ο ανθός της πικροδάφνης

 

σφαλίζω

 

κλειδώνω, ασφαλίζω

 

Comments