Κρητικό Λεξιλόγιο Ξ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ξα σου

 

εσύ ότι πεις

 

ξαμώνω

 

σκοπεύω (σημαδεύω)

 

ξανοίγω

 

κοιτάζω, θωρώ

 

ξεγιαλίζω

 

ανοίγομαι στο πέλαγος

 

ξεκορφίζω

 

βγαίνω στην κορυφή ενός υψώματος

 

ξενομπασάρικος

 

περαστικός, ξένος

 

ξενομπάτης

 

περαστικός, ξένος

 

ξέτελο

 

η έκβαση, το αποτέλεσμα

 

ξόμπλια

 

σχέδιο στο υφαντό

 

ξώμαχο

 

γερασμένο, παροπλισμένο, εκτός μάχης

 

Comments