ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 2 Νοεμβρίου του 1911. Είναι ο τελευταίος από τα 6 παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δύο του γονείς από τη Μυτιλήνη. Στην Κρήτη βρέθηκε ο πατέρας του όταν αποφάσισε με τον αδερφό του να κατασκευάσει εργοστάσιο σαπωνοποιίας.Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου και μεταφέρεται η έδρα της επιχείρησης.
Το 1920 η οικογένεια Αλεπουδέλη αντιμετωπίζει επιθέσεις εξαιτίας της στενής σχέσης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης στα μαθητικά του χρόνια έγραφε ποιήματα τα οποία και δημοσίευε στην «Διάπλαση των Παίδων» με ψευδώνυμα. Επηρεάστηκε από πολλούς ποιητές ιδιαίτερα όμως από τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ανδρέα Κάλβο.

Λόγω της οικογενειακής επιχείρησης σκέφτεται να σπουδάσει Χημεία, αλλά τελικά θα στραφεί στην Νομική στην οποία γράφτηκε το 1930, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ.
Ως φοιτητής ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης αναζητά μια άλλη αντίληψη και ένα διαφορετικό περιεχόμενο για την ποίηση. Είναι η εποχή που ο κόσμος έχει βγεί από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Δυτική Ευρώπη, ζητάνε επειγόντως την αλλαγή του κόσμου.

Γεννιέται λοιπόν ένα ιδιαίτερο ρεύμα σκέψης, ο σουρεαλισμός - μία ένωση του φανταστικού με το πραγματικό - με πολύ μεγάλα ονόματα της Τέχνης σε όλους τους τομείς. Ο σουρεαλισμός στόχευε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου και κυρίως αναζητούσε εκείνο το απόλυτο γεγονός μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε να εκδηλώσει όλες τις δυνατότητές του και ακόμα να τις ξεπεράσει. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα επηρεαστεί από το συγκεκριμένο ρεύμα και κυρίως από την προσωπικότητα του Πώλ Ελυάρ.

Το 1934, γίνεται μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε φιλοσοφικές συζητήσεις με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Εκείνη την εποχή, γνωρίζεται με το Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), - ποιητή, ο οποίος και τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, τον γνωρίζει στο κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα»,περιοδικό - πνευματικό όργανο της γενιάς του '30 στο οποίο και δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του.

Το 1935 ο Ελύτης γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο που μαζί με τον Νίκο Εγγονόπουλο εισήγαγαν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς θα ταξιδέψουν στην Λέσβο, όπου με την συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων, Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη, ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που είχε πεθάνει το 1934. Την ίδια εποχή δένεται με ισχυρό φιλικό δεσμό με τον Νίκο Γκάτσο
Το 1936 στην «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Το 1937 εγκαταλείπει τα νομικά, κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».

Με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ο Ελύτης, επιστρατεύεται στα αλβανικά βουνά ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά»και το 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου». Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που επανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Το 1945 - 1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής. Το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας και συνδέεται με τους Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι.
Η αριστερά εκείνη την εποχή, τον κατηγορεί για τυφλό και ανεπίκαιρο τρόπο γραφής.

Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Λίγο πριν τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε κάν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά.
Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960.

Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Κατράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο επικός τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.

Ο ποιητήςταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977).

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, «για την ποίηση του που με φόντο την Ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία»
Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Μέχρι την στιγμή της βράβευσής του έχει τυπώσει 10 ποιητικές συλλογές. Η κορυφαία στιγμή του ποιητή κατά την δεκαετία του '80 ήταν η συλλογή «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η προτελευταία του συλλογή ήταν «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Το 1995 τυπώνεται το «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετά θάνατον τυπώθηκε το «Εκ του πλησίον» και τα «2χ7ε»
«Εφυγε» στις 18 Μαρτίου 1996 σε ηλικία 85 ετών.
 
 
ΠΗΓΗ:KAΘHMEPINH
Comments