Μαντινάδες

 
Όταν η ψεύτρα η ζωή στα
δύσκολα σε φέρει, 
τότε θα δεις ποιος σ' αγαπά
και  ποιος σε ξέρει.
  
Αν σκέφτεσαι να μ’ αρνηθείς
καλλιά να με σκοτώσεις 
νεκρή καρδιά δε γίνεται
 ξανά να την πληγώσεις.
 
 
Τα λάθη μου τα μέτρησα κι ακόμα τα πληρώνω
μα όσο κι αν κοστίζουνε
εγώ δεν μετανιώνω
Η Κρήτη Πάντα Θα Γεννά 
Οπλαρχηγούς Κι Αντάρτες
Μαυροποκαμισάριδες 
Και Μερακλήδες Άντρες.

Τραγούδι κάνει ο Κρητικός
 κάθε χαρά και πόνο, 
και λέει ό,τι αισθάνεται 
με μαντινάδες μόνο.

Είν' στο δοξάρι άπιαστος και
στ' άρματα τεχνίτης
ένα κοπέλι είναι κι αυτός 
γέννημα θρέμμα  Κρήτης.

Φιλία  οπου γίνεται αγάπη 
με τα χρόνια 
δεν θα την φθείρουν οι βροχές 
οι μπόρες και τα χιόνια .

Όλα παιρνούν και χάνονται 
στου χρόνου την πορεία
μα δεν περνά, δε χάνεται
 η αληθινή φιλία.

Δεν θέλω εγώ στα μάτια σου,
 το δάκρυ να προβαίνει,
μόνο να μου χαμογελάς,
 που τόσο σε ομορφαίνει.


             Ο αετός ειν' αετός και 
             πάντα ψηλά πετάει
μπορεί να κλαίει και να πονά 
μα δεν παρακαλάει

Χαίρομαι που είμαι Κρητικός 
και όπου σταθώ το λέω
με μαντινάδες χαίρομαι
με μαντινάδες κλαίω.

Στη γκρεμισμένη τους φωλιά απάνω κελαηδούνε,
γι αυτό ζηλεύω τα πουλιά και όχι γιατί πετούνε.

Όποιος πουκάμισο φορεί που'χει 
τση νύχτας χρώμα
δε τόνε νοιάζει ο θάνατος
κι ανε βρεθει στο χώμα .

Το μαύρο το ποκάμισο 
έχει μεγάλη αξία
και δε το βάνεις εύκολα μα 
ούτε και στ' αστεία.

Τα κόκκινα τα χείλη σου 
τα καστανά  σου μάθια
όντε τα αναστορηθώ
 με κάμουνε κομμάτια.

Εγώ πoτέ τη μοίρα μου δε θα κατηγορήσω
φτάνει μια μέρα που’  γράψε 
εσένα να γνωρίσω.


Φεύγω φαντάρος μα η καρδιά
 πίσω μου θα ξωμείνει 
αφου τσι τηνε χάρισα
 και την κρατάει εκείνη